Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Περιστεριά, Τριφυλία: Ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Μυκηναϊκού κόσμου

Τα ευρήματα δείχνουν, πως ο λόφος, με τα κτίσματά του ταφικά και μη, χρησιμοποιήθηκε από τη Μεσοελλαδική εποχή έως και το τέλος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Β φάσης, ενώ σε ένα σημείο του, στα νοτιανατολικά πάνω από τη μυκηναϊκή Νοτιοανατολική Οικία βρέθηκαν και κατάλοιπα οικίας πρώιμων ρωμαϊκών χρόνων. Οι τάφοι, οι οικίες και οι λοιπές κατασκευές δεν είναι όλα σύγχρονα, αλλά αλληλοδιάδοχα χρονικά δηλ. χτίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν σε διαφορετικές φάσεις της Μεσοελλαδικής και Υστεροελλαδικής εποχής, ωστόσο οι φάσεις χρήσης κάποιων συμπίπτουν.

Οι αρχαιότερες κατασκευές πάνω στο λόφο, που χρονολογούνται στο τέλος της Μεσοελλαδικής εποχής,-2200, εντοπίζονται στην περιοχή γύρω από τον μεγάλο, αναστηλωμένο σήμερα, θολωτό τάφο 1. Πρόκειται για:
 Α΄. Τον μικρό χρυσοφόρο τάφο, που αποκαλύφθηκε στα δυτικά, δίπλα και χαμηλότερα από την εξωτερική πλευρά του δυτικού τμήματος του περιβόλου του τύμβου του θολωτού τάφου 1, ευθύς κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και 
Β΄. Την Ανατολική Οικία, στα ανατολικά του.

  Ο τάφος είναι μικρού ύψους, ακανόνιστου σχήματος, σχεδόν τετράγωνος, με αποστρογγυλεμένες γωνίες, κτισμένος με πλακωτούς ασβεστολιθικούς λίθους και λεπτότατες ασβεστολιθικές καλυπτήριες πλάκες, που υποστηρίζονταν από ξύλινες δοκούς. Στο Α, Β, Δ-ΝΔ τμήμα του είχαν συγκεντρωθεί με ανακομιδή τα οστά των παλαιότερων ταφών, ενώ το Β τμήμα του καταλάμβανε διπλή ταφή. Ο τάφος αυτός ήταν ιδιαίτερα πλούσιος σε χρυσά ευρήματα γι’ αυτό και αναφέρεται στην βιβλιογραφία ως «χρυσοφόρος». Ανάμεσα στα πιο σημαντικά ευρήματά του ξεχωρίζουν:
Από την διπλή ταφή: ένα πυριτολιθικό εργαλείο υπόλευκου χρώματος και γλωσσωτού σχήματος, οκτώ χρυσοί ρόδακες με εξάρτημα και σωληνίσκο εξαρτήσεως μέσα σε μόνωτη κύλικα, και ένα κεκαμμένο χάλκινο ξίφος τύπου Α, το οποίο και αποτελεί το παλαιότερο παράδειγμα αυτού του μυκηναϊκού εθίμου ταφής, που είναι γνωστό και από άλλους μεσσηνιακούς τάφους (Κακοβάτου, Ρούτση, Εγκλιανού, Νιχωρίων)



- Από τις ανακομιδές: χρυσός κάνθαρος μινυακού τύπου με διακοσμημένες λαβές, χρυσές ατρακτοειδείς ταινίες με έκκρουστη διακόσμηση, ένα περιδέραιο με χρυσές κρινοειδείς ψήφους, εικοσιπέντε όμοιοι χρυσοί ρόδακες, ακόσμητες χρυσές ταινίες, πήλινα μινυακά αγγεία του τέλους ακριβώς της Μεσοελλαδικής εποχής.


  Ο τάφος αυτός, που είναι και ο παλαιότερος της Περιστεριάς έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί αποδεικνύει, ότι ο χρυσός χρησιμοποιούνταν σε σημαντική ποσότητα ήδη πριν από τα τέλη της Μεσοελλαδικής εποχής και σε άλλα μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας εκτός από την Αργολίδα και ότι δεν ήταν πλούσιοι σε χρυσό μόνο οι κάτοικοι των Μυκηνών της Πρώιμης Μυκηναϊκής εποχής, αλλά και οι σύγχρονοί τους της υπόλοιπης Πελοποννήσου. Αποτελεί πράγματι την αρχαιότερη ομάδα χρυσών ευρημάτων στην περιοχή, που είναι πιθανόν να αποκτήθηκαν μέσω εμπορικών συναλλαγών με την Κρήτη.



  Σύγχρονη με τον μικρό χρυσοφόρο τάφο, είναι η λεγόμενη, Ανατολική Οικία, όπως δείχνουν τα ευρήματα αμαυρόχρωμης κεραμικής της τελευταίας φάσης της Μεσοελλαδικής εποχής. Το κτίσμα αυτό αποτελείται από πολλούς χώρους, των οποίων οι τοίχοι σώθηκαν σε ύψος έως και 1μ. καθότι χρησιμοποιήθηκαν ως αναλημματικοί τοίχοι για τον τύμβο του μεταγενέστερου παρακείμενου τάφου (θολωτός τάφος 1).

 Βρέθηκαν κατά βάση αντικείμενα οικιακής χρήσης ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ένα πήλινο κύπελο τύπου Κεφτί με γραπτή διακόσμηση. Κάτω από τα δάπεδα των δωματίων και των αυλών της, εντοπίστηκαν 7 μικροί κιβωτιόσχημοι τάφοι με πολλαπλές παιδικές ταφές, χωρίς κτερίσματα. Η οικία καταστράφηκε στα τέλη της Πρώιμης Μυκηναϊκής περιόδου (ΥΕ Ι) για να κατασκευαστεί ο μεγάλος θολωτός τάφος 1.

 Στις αρχές της Πρώιμης Μυκηναϊκής εποχής χρονολογούνται δύο ακόμη οικίες στο Βόρειο τμήμα του λόφου:
 α) η Βόρεια Οικία, που αποτελεί το βορειότερο κτίσμα του αρχαιολογικού χώρου στο δάπεδο της οποίας βρέθηκαν επίσης δύο κιβωτιόσχημοι παιδικοί τάφοι και
 β) κατάλοιπα οικίας στο ΒΔ τμήμα, με χονδροειδή και αδριατική κεραμική και πήλινα ομοιώματα μεταλλικών αγγείων. Στην ίδια φάση οικοδομείται και ο αρχαιότερος των θολωτών τάφων του λόφου, ο θολωτός τάφος 3, στην Δυτική παρυφή του λόφου.

 Ο θολωτός τάφος 3
 ο μικρότερος σε μέγεθος, διατήρησε πολλά από τα χρυσά κτερίσματα, που είχαν εναποτεθεί στις λιγοστές ταφές του ταφικού του θάλαμο. Τα ευρήματα αλλά και τα στοιχεία πρωιμότητας στη κατασκευή του (μικροί πλακωτοί ασβεστόλιθοι στην πρόσοψη, στο στόμιο και στο θάλαμο, δύο μεγάλες πλάκες για θεμέλιο στις γωνίες της πρόσοψης, που εξείχαν ελαφρά), χρονολογούν το μνημείο στην πρώιμη ΥΕ Ι φάση. Η διάμετρος του ταφικού θαλάμου είναι 6, 90μ., ενώ από τη θόλο του σώζεται, σήμερα, μόνο το ανατολικό της τμήμα σε ύψος 2μ. Ο τάφος είχε δύο φάσεις χρήσης, κατά την Υστεροελλαδική Ι, όπως φαίνεται από το πεταλόσχημο σκάμμα, σε βαθύτερο επίπεδο, που ανοίχτηκε εμπρός από τη είσοδό του και έφτανε ως το κέντρο του θαλάμου.



  Στο σκάμμα, που περιείχε 2 ανακομιδές, βρέθηκαν δύο μεγαλόσχημοι αμφορείς, που χρονολογούν το σύνολο στη μεταβατική φάση, από τη Μεσοελλαδική στην Υστεροελλαδική Ι εποχή.
  Από το τμήμα του ταφικού θαλάμου προήλθε πλήθος χρυσών ευρημάτων ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν: διάδημα με έκκρουστη διακόσμηση, κύπελλο όμοιο προς ένα των Μυκηνών, κύπελλο τύπου Κεφτί, αβαθής μόνωτος κύαθος που ονομάστηκε από τον Schachermeyr κύπελλο τύπου Περιστεριάς.


Από τα περίφημα χρυσά κτερίσματα του θολωτού τάφου 3 (-1600).
Διακρίνονται ένα μεγάλο χρυσό κύπελλο ύψους 13,5 εκ. και διάμετρο χείλους 19,5 εκ με ατέρμονα σπείρα, ένα χρυσό κύπελλο του τύπου Κεφτί με περιφερειακή ταινία στην μέση και από σειρά συνεχούς σπείρας στις δύο πλευρές της ταινίας (ύψους 7,5 εκ.), χρυσός αβαθής μόνωτος κύαθος με συνεχείς σπείρες και συγκεντρικούς στον πυθμένα του κύκλου (ύψους 4,5 εκ., διάμετρος χείλους 16 εκ.). Ο τάφος αυτός, που είναι και ο παλαιότερος της Περιστεριάς έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί αποδεικνύει, ότι ο χρυσός χρησιμοποιούνταν σε σημαντική ποσότητα ήδη πριν από τα τέλη της Μεσοελλαδικής εποχής και σε άλλα μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας εκτός από την Αργολίδα και ότι δεν ήταν πλούσιοι σε χρυσό μόνο οι κάτοικοι των Μυκηνών της Πρώιμης Μυκηναϊκής εποχής, αλλά και οι σύγχρονοί τους της Τριφυλίας.


 Επίσης βρέθηκαν πλήθος χρυσά φυλλάρια, κόσμημα από λεπτό χρυσό έλασμα με παράσταση αντοπών ψυχών (χρυσαλίδων), ροδάκων, τριτόνων, καρδιόσχημων φύλλων, γλαυκών, χρυσοί σωληνίσκοι για την εισαγωγή νημάτων πολύπλοκων περιδεραίων, αλλά και ψήφοι αμέθυστου και σαρδίου καθώς και ένα αργυρό κύπελλο διαλυμένο.
Η ταυτότητα ενός από τους νεκρούς του τάφου μαρτυρείται από τον πολεμικό εξοπλισμό: αιχμές βελών, χαυλιόδοντες κάπρου από επένδυση οδοντόφρακτων κρανών, χάλκινοι ήλοι από ξίφος. Ο τάφος σταμάτησε να χρησιμοποιείται σύντομα, κατά την ΥΕ Ι / ΙΙ, οπότε και καταστράφηκε, όταν χτίστηκε το δυτικό-βορειοδυτικό τμήμα του «Κύκλου», δηλ. του περιβόλου που τον διαχωρίζει από την παρακείμενη Δυτική Οικία. Οι νεότερες αυτές κατασκευές εξαφάνισαν τον δρόμο του τάφου. Οι λίθοι της κατεστραμμένης θόλου απομακρύνθηκαν και επαναχρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό σε άλλα κτίσματα του λόφου.
  Ειδική μνεία πρέπει να γίνει για τις χρυσές γλαύκες (κουκουβάγιες).
 Επειδή και στον Κακόβατο, που είναι αντίστοιχο σε αξία και χρονολόγηση Μυκηναϊκό κέντρο της παναρχαίας Τριφυλίας, βρέθηκαν ίδιες χρυσές γλαύκες, ο Σπύρος Μαρινάτος τα ταύτισε με ένα από τα εμβλήματα της βασιλικής οικογένειας των Νειλήδων.
 Μετά την πτώση των Μυκηναϊκών κέντρων, το -1100 περίπου, πολλοί Τριφύλιοι κατέφυγαν στην Αθήνα και λόγω της πνευματικής τους αξίας και ικανότητος αναγνωρίσθησαν ώς πρώτοι Άρχοντες των Αθηνών. Ο ηγέτης τους Μέλανθος ανακηρύχθηκε Βασιλιάς των Αθηνών, όπως αργότερα ο γιός του Κόδρος, ο θρυλικός τελευταίος Βασιλεύς των Αθηνών, όπως βεβαιώνει ο ιστορικός Στράβων.


 Είναι λοιπόν πάρα πολύ πιθανόν το έμβλημα των γραμμάτων και του πολιτισμού αλλά και της θεάς Αθηνάς, η κουκουβάγια να μεταφέρθηκε στην Αθήνα από την Τριφυλία.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα στο άρθρο:
 Η Τριφυλία, τόπος καταγωγής των Πυλίων ή Νειλήδων και οι ένδοξη απόγονοί τους.

 Κατά την ίδια Υστεροελλαδική Ι φάση οικοδομήθηκε και ο Νότιος θολωτός τάφος 1, σε απόσταση 100μ. νοτιότερα του «Κύκλου». Ήταν ελεύθερος, δηλ. χωρίς τύμβο, ωστόσο η θόλος έφερε πιθανότατα επικάλυψη από υδατοστεγή πηλό.
  Ο οικογενειακός αυτός τάφος είχε χρησιμοποιηθεί για παραπάνω από 15 ταφές, με την αρχαιότερη να ανάγεται στην αρχή της Μυκηναϊκής εποχής (ΥΕ Ι) και την τελική φάση χρήσης να εκτείνεται ως την ΥΕ ΙΙΙ Α:1 φάση, δηλ. χρησιμοποιήθηκε κατά το -16ο και το -15ο αιώνα. Εκτός από αγγεία δεν βρέθηκαν μεταλλικά αντικείμενα στον τάφο.
 Φαίνεται πως αποτέλεσε το νεκροταφείο του πληθυσμού της Περιστεριάς. Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί αποδεικνύει πως συγχρόνως με τους δυνάστες της περιοχής είχαν και οι απλοί άνθρωποι τη δυνατότητα να χτίζουν παρόμοιους τάφους και μάλιστα σε διαστάσεις ελάχιστα μικρότερες. Υπήρχε δηλ. άρχουσα τάξη αλλά ο βαθμός υποτέλειας ήταν πολύ μικρός. Οι μεγαλογαιοκτήμονες της περιοχής με την κατοχή μεγαλύτερης ποσότητας χρυσού είχαν τη δυνατότητα να κτερίζουν τους νεκρούς τους με μεταλλικά κτερίσματα και να κτίζουν μεγαλύτερους τάφους.

 Στο τέλος της ΥΕ Ι και στην αρχή της ΥΕ ΙΙ, δημιουργούνται δύο νέα ταφικά κτίσματα κατασκευάζονται, οι θολωτοί τάφοι 1 και 2. Ο θολωτός τάφος 2 είναι λίγο προγενέστερος του 1 και ανάγεται στα τέλη της ΥΕ Ι φάσης. Ήταν σε χρήση κατά την ΥΕ ΙΙ περίοδο, αλλά κατέρρευσε η θόλος του, γεγονός που τερμάτισε τη λειτουργία του. Η διάμετρος της θόλου, που έχει σωθεί σε ύψος 3,50μ. ανέρχεται σε 10,60μ. Στον ταφικό θάλαμο εντοπίστηκαν θραύσματα από 3 τουλάχιστον εισηγμένους πιθαμφορείς ανακτορικού ρυθμού και συλλέχθηκε πλήθος χρυσών, αργυρών και χαλκών αντικειμένων: απειράριθμα λεπτά χρυσά φυλλάρια, κοίλα θραύσματα χάλκινων αγγείων, χάλκινα ξίφη, σκεύος με ένθετη διακόσμηση χρυσών κρίνων, αργυρών δελφινιών και νίελο, χρυσοί θύσανοι κ.α.

  Ιδιαίτερης σημασίας εύρημα είναι οι χάνδρες από ήλεκτρο, που υποδηλώνει ότι το εμπόριο του ηλέκτρου με τη Βόρεια Θάλασσα επεκτεινόταν σε όλες τις σημαντικές μυκηναϊκές θέσεις της Νοτιοδυτικής-Δυτικής Πελοποννήσου (Κακόβατος, Εγκλιανός, Ρούτσι, Τραγάνα, Κουκουνάρα, Βοϊδοκοιλιά). Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα, ενδεικτικό των επαφών με τη Μινωική Κρήτη, είναι ένα ολόσωμο πήλινο ειδώλιο τύπου Πετσοφά.
  Τα ευρήματα αυτά μας δείχνουν ότι στην Περιστεριά υπήρχε μεγάλη Μυκηναϊκή πόλη που ήταν κέντρο εμπορίου. Ωστόσο κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε την ύπαρξη λιμένος.
Είχε η Περιστεριά λιμάνι;
 Δυτικά του αρχαιολογικού χώρου και σε απόσταση 5 χιλιομέτρων υπάρχει ένας φυσικός όρμος, ένα χιλιόμετρο νότια του αρχαίου ποταμού Κυπαρισσήεντα (σήμερα επονομαζόμενου ρέμα Καλού Νερού). Ένα στενό φυσικό πέρασμα ανάμεσα στα βράχια οδηγούν σε ένα απάνεμο και φυσικό όρμο. Εάν αφαιρεθούν οι προσχώσεις των χιλιετηρίδων, έχουμε ένα ιδανικό προστατευμένο λιμάνι. 
Στην μιά πλευρά των βράχων είναι εμφανή λείψανα προϊστορικών λιμενικών εγκαταστάσεων.



Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο:


Στο εσωτερικό του τάφου ήδη από την Μυκηναϊκή εποχή ανέβλυζε νερό, και γι’ αυτό σχηματίστηκε αγωγός με καλυπτήριες πλάκες κατά μήκος του στομίου και του δρόμου ως το νότιο-νοτιοανατολικό τμήμα του «Κύκλου», που κατασκευάστηκε σε φάση μεταγενέστερη της κατασκευής του τάφου, άγνωστο πότε ακριβώς.

 Ο «Κύκλος» μέχρι σήμερα παραμένει μια προβληματική κατασκευή, που η λειτουργία της δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Ο πρώτος ανασκαφέας, Σπ. Μαρινάτος είχε υποστηρίξει ότι είναι πιθανόν να αποτελούσε περίβολο τύμβου, που κάλυπτε τους θολωτούς τάφους 2 και 3.
  Η υπόθεση αυτή, διαψεύστηκε από τις πιο πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες της δεκαετίας του 1970 επί Γ. Κορρέ, όποτε και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για δύο ανεξάρτητα τόξα, που βαίνουν απλώς επί της ίδιας περιφέρειας. Είναι πιο πιθανό ότι ο «Κύκλος» κατασκευάστηκε για να διαχωριστεί ο παλιότερος χώρος του νεκροταφείου των δυναστών από τον χώρο κατοίκησης που εκτείνεται προς νότο και ανοικοδομήθηκε σε φάση μεταγενέστερη της χρήσης των τάφων.
Περιστεριά: Χρυσός κάνθαρος με διακόσμηση φύλλων κισσού στις λαβές.
 Πολύτιμο κτέρισμα λακκοειδούς τάφου. Χρονολόγηση: -1700, Μουσείο Καλαμάτας.

 Ο νεότερος από τους Βασιλικούς θολωτούς τάφους είναι ο θολωτός τάφος 1 (ΥΕ ΙΙ), στο κέντρο σχεδόν του λόφου. Είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος από τους θολωτούς τάφους.
 Έχει επιμελημένη πρόσοψη με λίθινη επένδυση από πωρόλιθο σε όλο της το ύψος. Το στόμιο ιδιαίτερα επιβλητικό, ύψους 5,10μ. , πλάτους 2,33μ., μήκους 6., ήταν κλειστό με αργολιθοδομή. Στην αριστερή πλευρά της πώρινης πρόσοψης είναι χαραγμένα 2 κνωσιακά λατομικά σημεία: κλαδί και διπλός πέλεκυς. Το ανώφλι του στομίου αποτελείται από τρία μεγάλα μέρη βάρους μέχρι 22 τόνων το καθένα (από πωρόλιθο ή αμυγδαλίτη), ενώ πιστεύεται ότι υπήρχε και ανακουφιστικό τρίγωνο ώστε το υπερκείμενο βάρος να κατανέμεται στις δύο πλευρικές παραστάδες. Ο τάφος κτίστηκε αφού σχηματίστηκε τεράστιος κύλινδρος για την κατασκευή του οποίου καταστράφηκε τμήμα της παρακείμενης Ανατολικής Οικίας. Ως θεμέλια της θόλου, που έμοιαζε με κυψέλη, χρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι πλακωτοί λίθοι. Η διάμετρος του ταφικού θαλάμου ανέρχεται σε 12,04μ. και το ύψος του υπολογίζεται σε περισσότερο από 10μ. Αν και η θόλος είχε σωθεί, σε ορισμένα σημεία, σε ύψος ως και 1,20μ. εντούτοις αναστηλώθηκε το 1970, (αλλά κατά τρόπο ατυχή, καθώς το προεξέχον τμήμα της στερείται της επίστρωσης πηλού που παρείχε στεγανότητα στον τάφο κατά τη μυκηναϊκή εποχή). Ο τάφος δηλ. είχε ελεύθερη στεγανή θόλο και τύμβο ως το ύψος του ανωφλίου μέχρι και τα Ελληνιστικά χρόνια.
 Ο τύμβος γύρω από τον τάφο περιβαλλόταν από αναλημματικό περίβολο. Στις διαδοχικές ταφές του τάφου από τις οποίες καμία δεν διατηρήθηκε, είχαν εναποτεθεί τουλάχιστον δέκα εισηγμένα ευμεγέθη αγγεία και πιθαμφορείς του ανακτορικού ρυθμού. Η χρήση του συγκεκριμένου τάφου συνεχίστηκε κατά τους ύστατους Κλασσικούς χρόνους και κατά την Ελληνιστική εποχή.

  Μολονότι οι τάφοι της Περιστεριάς είχαν συληθεί ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή, όμως από τα διασωθέντα αντικείμενα μπορούμε να συμπεράνουμε τον πλούτο των πολύτιμων κτερισμάτων.
  Στο θολωτό τάφο1 βρέθηκαν χρυσά φυλλάρια, χρυσά κοσμήματα, χρυσά λεπτά δισκάρια με οπή που συνδέονταν με άλλα καρδιόσχημα ελάσματα με έκτυπη διακόσμηση, περιδέραια από χάνδρες αμέθυστου και σκαραβαίος από αμέθυστο. Μερικά από τα χρυσά αντικείμενα αποτελούν πραγματικά κομψοτεχνήματα όπως: η χρυσή ψήφος σε μέγεθος μικρού κερασιού με θαυμάσια κοκκιδωτή διακόσμηση, που αποτελείται από 1000 μικρότατα σφαιρίδια χρυσού προσκολλημένα στην επιφάνεια της ψήφου για να απαρτίσει κούμαρο ή το χρυσό έλασμα σε σχήμα ψαριού με έκτυπη παράσταση μινωικής τελετουργικής πομπής. Βρέθηκαν επίσης κατάλοιπα από την επένδυση οδοντόφρακτου κράνους, που μαρτυρούν την ιδιότητα ενός από τους νεκρούς που ετάφησαν εκεί.
 Κατά την Υστεροελλαδική ΙΙ φαίνεται πως πραγματοποιήθηκε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανοικοδόμησης στο δυτικό και νότιο τμήμα του λόφου, όπως δείχνουν τα οικιστικά κατάλοιπα που αποκάλυψαν οι ανασκαφές: α) ένα σύνολο δωματίων, εντοπίστηκε δυτικά του περιβόλου του θολωτού τάφου 1, στο κέντρο σχεδόν του λόφου, που όμως είχε καταστραφεί τελείως και μόνο τα θεμέλια απέμειναν, ορατά ως σήμερα, β) μπροστά από την είσοδο του τάφου 3, στο δυτικό τμήμα του «Κύκλου» χτίστηκε η Δυτική Οικία, με δύο οικοδομικές φάσεις, που χρησιμοποιήθηκε και κατά την επόμενη Υστεροελλαδική ΙΙΙ περίοδο και γ) η Νοτιοανατολική Οικία, στο νοτιοανατολικό τμήμα του λόφου, που περιλάμβανε ευρύχωρα δωμάτια από πλακωτούς ασβεστόλιθους και ολοίτροχους λίθους.

 Οι διαστάσεις των χώρων της δεν είναι σαφείς γιατί κατά τα πρώιμα Ρωμαϊκά χρόνια (εποχή Νέρωνα) μια άλλη οικία κατάλαβε την έκταση, που κάλυπτε η προγενέστερη μυκηναϊκή.

 Η πρώτη οικία φαίνεται πως χτίστηκε κατά τη μεταβατική φάση της Υστεροελλαδικής Ι-ΙΙ περιόδου, όπως μαρτυρούν οι μεγάλες ποσότητες κεραμικής κυρίως κυλίκων

 Βρέθηκαν επίσης πολλά πήλινα γυναικεία ειδώλια και ειδώλια ζώων. Η καταστροφή της μυκηναϊκής οικίας τοποθετείται στην πρώιμη Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β εποχή.
  Κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α και ΙΙΙ Β περίοδο είχε κατοικηθεί και το Βορειοδυτικό τμήμα του λόφου. Τα κτίρια της περιόδου αυτής ήταν εξαιρετικά καλοχτισμένα με τοίχους πάχους ως και 1μ.  Οι τοίχοι ήταν αμφιπρόσωποι, με προσόψεις από μεγάλους λίθους αμυγδαλίτες, ενώ στη μέση είχαν γεμιστεί με αργούς λίθους. Φαίνεται, πως αντικατέστησαν άλλα παλαιότερα κτίσματα. Κατά τον ανασκαφέα (Γ. Κορρέ) θεωρείται πιθανό, ότι αποτέλεσαν το κεντρικό κτίριο της κατοικίας του τοπάρχη της Περιστεριάς. Στο χώρο αυτό βρέθηκαν πέρα από μεγάλες ποσότητες κεραμικής και 4 πήλινα ειδώλια σχήματος Φ, καθώς και πήλινα ειδώλια ζώων. Η συχνή παρουσία πήλινων ειδωλίων σε οικίες της φάσης αυτής (ΝΑ Οικία, ΒΔ κτίριο) αποτελεί ένδειξη για την άσκηση λατρείας.
 Κατά τη Υστεροελλαδική ΙΙΙ Β εποχή η Περιστεριά είχε μείνει ένα απλό πόλισμα. Το μεγαλόπρεπο παρελθόν της μαρτυρούσε ο θολωτός τάφος 1 στην κορυφή του λόφου, ενώ πιθανότατα ο 2 είχε καταρρεύσει και ο 3 είχε από πολύ πριν καλυφθεί μετά την καταστροφή του.

Τα ευρήματα της Περιστεριάς εκθέτονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Χώρας Μεσσηνίας.
Αναλυτική παρουσίαση του μουσείου αλλά και εικονική ξενάγηση σε αυτό μπορείτε να δείτε στον σύνδεσμο: Αρχαιολογικό Μουσείο Χώρας

VIDEO: Παρουσίαση του Αρχαιολογικού χώρου της Περιστεριάς.




Ακολουθεί αναλυτική περιγραφή του αρχαιολογικού χώρου της Περιστεριάς από τον αρχαιολόγο Γιώργο Κορρέ, που διενήργησε τις εκεί ανασκαφές την διετία 1976- 1978.

Αρχαιολογικός χώρος Περιστεριάς, Γ.Σ. Κορρές



ΠΗΓΗ: Αριστομένης ο Μεσσήνιος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

VIDEO Ομάδας Προστασίας και Ανάδειξης Αρχαιολογικών χώρων Τριφυλίας