Ή τοιχοποιία έχει γίνει παντού μέ τό πλινθοπερίκλειστο σύστημα μέ διπλά τά τούβλα στους οριζόντιους αρμούς καί διπλά ή τριπλά στους κατακόρυφους. Σέ κάποιες περιπτώσεις διακρίνονται υποδοχές τών ξύλινων ικριωμάτων λαξευμένες σέ πωρόλιθους. Δέν σώθηκε δυστυχώς τό γείσο στίς δύο'πλάγιες όψεις τού ναού. Αυτές διαρθρώνονται μέ δύο οριζόντιες οδοντωτές ταινίες, πού επεκτείνονται στην ανατολική πλευρά. Οί ανώτερες περιέγραφαν άλλοτε τά τόξα τών πλάγιων θυρών καί καταλήγουν ανατολικά στίς επιστέψεις τών κογχών
τής προθέσεως καί τού διακονικού. Οί χαμηλότερες αλλάζουν δύο φορές στάθμη (παίρνοντας μιά χαρακτηριστική βαθμιδωτή μορφή) (Είκ. 12) καί καταλήγουν ανατολικά πάνω άπό τή στάθμη τού πώρινου κοσμήτη τής ποδιάς τών παραθύρων.
Στην ανατολική όψη τού ναού δεσπόζουν οί τρεις ήμιεξαγωνικές κόγχες του ιερού. Ή άγρια βλάστηση έχει χωρίσει καθεμιά άπό τίς κόγχες σέ δύο μέρη, μποροΰν όμως νά γίνουν ακόμα παρατηρήσεις καί μετρήσεις. Παραμένει άγνωστο αν ό ναός είχε κρηπίδα στό σύνολο ή μόνο στην ανατολική πλευρά. Διασώζεται τό λοξότμητο γείσο της μεσαίας κόγχης (όμοιο του οποίου πιθανότατα υπήρχε καί στά παραβήματα), καθώς καί ό πώρινος κοσμήτης πού έτρεχε σ' ολόκληρο τό πλάτος του ναού στην ποδιά των παραθύρων. Ή διατομή του κοσμήτη είναι χαρακτηριστική ενός αίγυπτιάζοντος κοίλου στοιχείου (cavetto) πού επιστέφεται μέ όγκηρό τεταρτοκυκλικό βεργίον (Είκ. 4 δ). Ή χαμηλότερη οδοντωτή ταινία (γία τήν οποία έγινε λόγος) ακολουθεί τόν κοσμήτη, στίς θέσεις όμως των τριών παραθύρων αλλάζει στάθμη προκειμένου νά τά περιγράψει εξωτερικά.
Τά παράθυρα τών παραβημάτων, πιθανότατα μονόλοβα, έχουν καταστραφεί. Τής μεσαίας κόγχης σώθηκαν ενδείξεις οτι ήταν δίλοβο, εξ ολοκλήρου κτισμένο με λεπτά τούβλα, μέ άνοιγμα 51 έκ. καί γένεση τών τοξυλλίων 1,24 μ. άπό τήν ποδιά του (Είκ. 13). Σήμερα ό κιονίσκος, τά τοξύλλια καί τό υπερκείμενο τύμπανο έχουν εξαφανιστεί, σώζεται ομως τό εξωτερικό τόξο πού τά περιέβαλλε.
Τό τμήμα τής ανατολικής προσόψεως πού αντιστοιχεί στό Βήμα υπερυψώνεται σέ σχέση μέ τή στέγη τών παραβημάτων καί καταλήγει προς τά πάνω σε αέτωμα. Όπως φαίνεται στίς παλιές φωτογραφίες, ή πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία του εκτεινόταν καί στίς πλάγιες πλευρές της ύπερυψώσεως.
Ή μορφή της τοιχοποιίας τοΰ ναού της Θεοτόκου παρά την κακή της κατάσταση εντυπωσιάζει μέ τήν τελειότητα της: Οί πωρόλιθοι είναι πλήρως λαξευμένοι καί όρθογωνισμένοι. Τά τούβλα έχουν μικρό πάχος, 2-2,5 έκ., καί στίς οριζόντιες στρώσεις τους τοποθετήθηκαν χωρίς εμφανείς αρμούς ή ανωμαλίες. Οί αρμοί της τοιχοποιίας είναι ίσοπαχείς καί τό ήμίλευκο κονίαμα τους ομοιόμορφα «πατητό» μέ ελαφρά κοίλη τή διατομή. Ξυλοδεσιές στους τοίχους, τίς όποιες καλύπτουν πλίνθινες στρώσεις, διακρίνονται σέ κάποια σημεία της κατασκευής. "Ας σημειωθεί ότι ό πώρινος κοσμήτης τοϋ ιερού στά πλάγια αντιστοιχεί σέ μιά στρώση τής τοιχοποιίας' ή επιφάνεια τής διατομής του είναι συμφυής μέ τήν πρώτη στή σειρά λιθόπλινθό της.
 |
| Εικ.12 (αριστερά) Λεπτομέρεια από την ΒΑ γωνία του ναού. Εικ.13 (μέσον) Το δίλοβο παράθυρο της κεντρικής κόγχης του ιερού σε αναπαράσταση. Εικ.14 (δεξιά) Μαρμάρινο υπέρθυρο. |
Στά κατακείμενα εξω άπό τήν εκκλησία μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη περιλαμβάνονται:
α) Ένας κυματιοφόρος ορθοστάτης θύρας μέ τή χαρακτηριστική λοξότμητη απόληξη του, ΰψ. 1,95, βάθ. 0,43 καί πλ. 0,18 μ., σήμερα μπροστά στή βόρεια είσοδο, β) ένας όμοιος ορθοστάτης, απροσδιόριστου ύψους, έν μέρει θαμμένος μπροστά στή νότια είσοδο καί
γ) ενα υπέρθυρο (;), ορθογώνιας διατομής 17,5x20 έκ., μήκ. 1,48 μ., πού διακοσμείται μέ τρεις έπιπεδόγλυφους σταυρούς (Είκ. 14 καί 4 γ). Σημειώνεται, τέλος, ότι τά δύο μαρμάρινα θραύσματα άγνωστης προελεύσεως, τά όποια φωτογραφήθηκαν εδώ στίς αρχές ϊσως τού αιώνα, δέν βρίσκονται πιά στό μνημείο. 'Επρόκειτο γιά δύο θραύσματα πού συνανήκαν, μέ τήν ανάγλυφη παράσταση καθιστού γρύπα, θέματος πολύ συνηθισμένου σέ ρωμαϊκές σαρκοφάγους τού 2ου αι. (Είκ. 15).
4
Ή γραφική αποκατάσταση του ναού της Θεοτόκου (Είκ. 16) στηρίζεται στά στοιχεία πού παρέχει τό μνημείο σήμερα καί στις παλιές φωτογραφίες γιά τίς όποιες έγινε λόγος.
Οι σωζόμενες παραστάδες καθορίζουν οτι ή κάλυψη του νάρθηκα γινόταν με τρεις ισοδύναμους θόλους, τους οποίους χώριζαν καί στήριζαν δύο ενδιάμεσα σφενδόνια. Τά τόξα μετώπου καί τό λοφίο πού σώθηκαν στή βορειοανατολική γωνία, σέ συνδυασμό με τίς επιμήκεις κι όχι τετράγωνες αναλογίες κάθε διαμερίσματος, καθορίζουν ότι τά δύο ακραία τμήματα τοϋ νάρθηκα καί πιθανότατα καί τό μεσαίο στεγάζονταν μέ ελλειπτικούς θόλους.
Την ακριβή μορφή των ελλειπτικών αυτών ασπίδων (;) τήν αγνοούμε, όπως άλλωστε καί τών ανοιγμάτων τού νάρθηκα, πλην όμως υπάρχει βεβαιότητα στην αναπαράσταση σε ύψος εως 4 μ. περίπου από τό έδαφος.
Στον κυρίως ναό τό γενικό ΰψος τού κίονα, τό όποιο προκύπτει άπό τά μέλη του (h=3,10 μ.) (Είκ. 4 β), ταιριάζει αρμονικά μέ τή γένεση τού τόξου πού βρίσκεται στον ανατολικό τοίχο καί τίς εκεί υποδοχές τών ξύλινων έλκυστήρων, μέ τήν προϋπόθεση οτι σέ κάθε τοξοστοιχία υπήρχε ενα μόνο στήριγμα (Είκ. 16). Μέχρι τό ΰψος τών 4,80 μ. περίπου άπό τό δάπεδο καί μέ εξαίρεση τό ΰψος τών πλάγιων θυρών, ή αναπαράσταση είναι ασφαλής. Τό μικρό πλάτος τών τόξων πού χώριζαν τά κλίτη, τό όποιο επιβεβαιώνεται άπό τίς διαστάσεις τοϋ κιονόκρανου, τό ίδιο τό μέγεθος τών κιόνων, ή απουσία γενέσεων καμάρων στους πλάγιους τοίχους καί ή ελεύθερη επιφάνεια τοϋ τοίχου πού χωρίζει τό ιερό άπό τόν κυρίως ναό, πείθουν οτι ή βασιλική ήταν ξυλόστεγη κι όχι θολοσκεπής. Ή μορφή όμως τής στέγης καί καθετί σέ ΰψος μεγαλύτερο τών 4,80 μ. παραμένει υποθετικό: "Αν υπήρχε φωταγωγός, πώς ήταν τά παράθυρα του, σέ ποιο ΰψος έφθανε καί πώς διαμορφωνόταν εξωτερικά ή στέγη του σέ σχέση μέ εκείνες τοϋ νάρθηκα καί τού ιερού, κτλ.
 |
| Εικ.15 (αριστερά). Δύο θραύσματα αναγλύφου, αποκείμενα άλλοτε στην εκκλησία Εικ.16 (δεξιά). Κάτοψη, δύο τομές κατά μήκος και τομή κατά το πλάτος του ναού, σε αναπαράσταση |
Γιά τό ιερό υπάρχουν σχεδόν πλήρη στοιχεία αναπαραστάσεως μέ κάποια ασάφεια ως προς τό ΰψος τοϋ κιονίσκου τού δίλοβου παραθύρου, τά παράθυρα τών παραβημάτων, τή στέψη τών μικρών κογχών καί τού τοίχου κτλ. Τά προσκυνητάρια μπορούν νά αναπαρασταθούν μέ πλήρη βεβαιότητα.
Τά λείψανα πού σώζονται στή βόρεια είσοδο τής εκκλησίας μάς δίνουν αρκετά στοιχεία γιά τήν αναπαράσταση της βάσει τής φωτογραφίας TRI.135 τού Γερμανικού Άρχαιολογικοϋ 'Ινστιτούτου (Είκ. 17). Ό μαρμάρινος ορθοστάτης πού χρησίμευε ώς άνώφλι, τό εσωτερικό άνοιγμα 1,40 μ. σέ συσχετισμό μέ τους πώρινους σύνθετους σφονδύλους τών ήμικιονίσκων καί τά ύψη τών δόμων παρέχουν αρκετά μετρητικά στοιχεία, ώστε νά σχεδιαστεί μέ βεβαιότητα ή αναπαράσταση τής Είκ. 18.
Άξια προσοχής είναι οτι α) ενα δεύτερο τόξο γεφύρωνε τό συνολικό άνοιγμα τής πόρτας πίσω άπό τό θύρωμα, αρχικά ίσως αφανές, β) ό μαρμάρινος κυματιοφόρος ορθοστάτης είναι έδώ σέ δεύτερη χρήση, προερχόμενος άπό παλιότερη βυζαντινή εκκλησία καί γ) ή νότια είσοδος είχε παρεμφερή τη διάταξη, όπως πιστοποιείται άπό τίς φωτογραφίες τοϋ 'Ινστιτούτου.
5
 |
Εΐκ. 17. Θεοτόκος Άνηλίου. Ή βόρεια είσοδος του ναού. Φωτ. του Γερμ. 'Αρχ. 'Ινστιτούτου (TRI. 135). |
Ή Παναγία τοϋ Άνηλίου ήταν μιά τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με θολοσκεπές τό ιερό κι επίσης τριμερή καί θολοσκεπή τόν νάρθηκα (Είκ. 19).
Πιθανότατα είχε υπερυψωμένο φωταγωγό στό μεσαίο κλίτος. Τά παραδείγματα τοϋ τύπου αυτού κατά τή μέση βυζαντινή περίοδο είναι, σέ σύγκριση μέ τους τρουλαίους ναούς, περιορισμένα, όχι όμως καί τόσο λίγα, ώστε ή απουσία τους νά στηρίζει τίς παλιές θεωρίες αφενός τοϋ G. Millet34 καί αφετέρου των Korac, Capenko καί Krautheimer. Πράγματι, σε νεότερες έρευνες επισημάνθηκαν αρκετά παραδείγματα ξυλόστεγων μεσοβυζαντινών δρομικών βασιλικών, μερικά άπό τά όποια μάλιστα στην κάτω Ελλάδα, όπως της Μέντζαινας, της Ζούρτσας, της "Ηλιδος, της Ζαραφώνας, της "Ατταλης Ευβοίας κι άλλα αμφίβολα. Οί έρευνες του Ά . 'Ορλάνδου καί τών καθηγητών Ν. Μουτσόπουλου, Π. Μυλωνά καί κυρίως Π. Βοκοτόπουλου υπήρξαν πολύ θετικές γιά την καλύτερη κατανόηση του θέματος. Είναι πιά φανερό πώς ό αρχαίος τύπος της ξυλόστεγης βασιλικής δέν αναβίωσε στίς σλαβικές χώρες γιά ειδικούς λόγους ή στά φραγκοκρατούμενα μέρη κάτω άπό δυτική επίδραση, αλλά επιβίωσε στην κάτω Ελλάδα όπως κι άλλου.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιά την παρούσα μελέτη άπό πλευράς συσχετισμών (πού δικαιολογείται άπό όσα ακολουθούν) δημιουργεί ή πρόσφατη διαπίστωση ότι καί ή Βλαχέρνα τής 'Ηλείας ήταν επίσης μιά τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική μέ θολοσκεπή τόν τριμερή νάρθηκα καί τό ιερό.
Πράγματι, πρόσφατες έρευνες (τών οποίων τά συμπεράσματα μένουν ακόμα δυστυχώς αδημοσίευτα) αποδεικνύουν ότι οί τεταρτοκυλινδρικές καλύψεις τών πλάγιων κλιτών είναι πολύ μεταγενέστερες κι ότι τό κτίριο μέ τόν υπερυψωμένο του φωταγωγό είχε αρχικά τήν τυπική μορφή τής παλιάς βασιλικής.
Τά χρονολογικά προβλήματα των μνημείων γύρω στό 1200 είναι (όπως θά δοϋμε στά επόμενα) αρκετά δυσεπίλυτα κι έτσι δεν μπορεί κανείς νά ξέρει μέ βεβαιότητα πότε γίνεται πράγματι μεγαλύτερη διάδοση τοϋ τύπου των ξυλόστεγων βασιλικών ούτε αν αυτή οφείλεται σέ δυτικές επιδράσεις . 'Υπέρ τής θεωρίας είναι τό γεγονός δτι οι περισσότεροι γοτθικοί ναοί πού έγιναν τότε στην Ελλάδα κτίστηκαν στον τύπο τής ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικής μέ θολοσκεπές τό ιερό. Κατά τής ϊδιας θεωρίας τό οτι τά βυζαντινά παραδείγματα δέν είναι ποτέ επιμήκη όπως τά δυτικά. Ή εκκλησία τής Θεοτόκου, όπως ήδη σημειώθηκε, έχει γενικές αναλογίες μόλις 1:1,05. Ή ιδιομορφία τής υπάρξεως ενός μόνο κίονα στην τοξοστοιχία πού χωρίζει τά κλίτη φαίνεται δτι δέν είναι σπάνια σέ οψιμότερα τουλάχιστον παραδείγματα. Τέλος, στον νάρθηκα ή ισοδυναμία τών τριών θόλων ως προς τήν κάτοψη (ανεξάρτητη άπό τή σχέση πλάτους τών κλιτών στον κυρίως ναό) πιθανότατα συνεπαγόταν τό οτι είχαν τό ϊδιο ύψος καί ενιαία τήν εξωτερική τους κάλυψη. Αυτό θυμίζει πάλι τή Βλαχέρνα τής Ηλείας" , όπως καί τήν Παλαιοπαναγιά τής Μανωλάδας. Οι ελλειπτικοί θόλοι δέν ήταν άγνωστοι σέ μνημεία τής
περιοχής.
6
 |
Είκ. 18.(αριστερά). Ή βόρεια εϊσοδος του ναού σε αναπαράσταση. Όψη, κάτοψη καί λεπτομέρειες τομής στό άνώφλι καί στους ορθοστάτες. Είκ. 19. (δεξιά) . Προοπτική απεικόνιση κατά μήκος τομής τοϋ μνημείου, σε αναπαράσταση. |
Οι μορφολογικοί καί κατασκευαστικής φύσεως συσχετισμοί πού άκολουθοϋν επιτρέπουν τη διαπίστωση άμεσων σχέσεων του ναοϋ της Παναγίας μέ άλλα μνημεία της δυτικής Πελοποννήσου καί βοηθούν τήν κατά προσέγγιση χρονολογική του τοποθέτηση.
Ή επιμελέστατη πλινθοπερίβλητη τοιχοποιία μέ τά λεπτά της τούβλα καί τους ίσοπαχεϊς αρμούς σχετίζεται άμεσα μέ τήν Παλαιοπαναγιά στή Μανωλάδα καί τους ναούς της 'Αργολίδας στην Άρεια καί στον Μέρμπακα, όπως καί μέ τίς εκκλησίες της Βλαχέρνας στην 'Ηλεία καί τού Αγίου Γεωργίου στην Ανδρούσα. Τά διπλά οριζόντια καί κατακόρυφα τούβλα γύρω άπό τους πωρόλιθους συνδέουν τό μνημείο μέ τίς ϊδιες εκκλησίες, καθώς καί μέ τήν Καθολική τής Γαστούνης, τόν δίκλιτο ναό τής Ήλιδας, τό καθολικό τής Σκαφιδιάς , τήν Παλαιοπαναγιά τής Μανωλάδας, τόν έξωνάρθηκα τού καθολικού τής μονής Όσίου Λουκά, τόν Αγιο Ιωάννη
στό Κακοσάλεσι, τήν Αγία Τριάδα τού Κριεζώτη καί άλλα. Ή εξαιρετική επιμέλεια των εσωτερικών επιφανειών τών τοίχων τού μνημείου (σάν νά μήν επρόκειτο νά επιχριστούν) θυμίζει έντονα τόν "Αγιο Νικόλαο στά Καμπιά.
Οί οδοντωτές ταινίες χρησιμοποιούνται στην εκκλησία πού εξετάζουμε μέ λιτότητα. Τρεις ιδιομορφίες τους (νά ακολουθούν τήν κάτω στάθμη τών πώρινων γείσων τών κογχών, νά περιβάλλουν τά παράθυρα ακολουθώντας στά μεταξύ τους κενά τόν πώρινο κοσμήτη τής ποδιάς τους καί νά παίρνουν βαθμιδωτή διάταξη στίς πλάγιες όψεις τού ναού) απαντούν επίσης στή Βλαχέρνα της Ηλείας, τόν "Αγιο Γεώργιο της Άνδρούσας καί την Παλαιοπαναγιά της Μανωλάδας.
Τά λοξότμητα πώρινα γείσα είναι συνηθέστατα σε εκκλησίες του 12ου αιώνα στην κάτω Ελλάδα. Εξωτερικοί όμως πώρινοι κοσμήτες με σύνθετη διατομή, όπως αυτή του ναού της Θεοτόκου, είναι σπάνιοι. Τους ξαναβρίσκουμε στή Βλαχέρνα της 'Ηλείας, στον "Αγιο Γεώργιο της Άνδρούσας καί (μέ παραπλήσια μορφή) στην Κοίμηση του Μέρμπακα.
Πρόκειται γιά μιά αρχιτεκτονική μορφή μέ προφανή τή δυτική επίδραση. Τό ϊδιο μπορεί κανείς νά πει καί γιά τά προσκυνητάρια στό εσωτερικό της εκκλησίας: 'Εκτός άπό τά κιονόκρανα πού έχουν σαφέστατο τόν γοτθικό χαρακτήρα, είναι ό τρόπος της δομής πού πείθει γιά τήν προέλευση τής μορφής τους. Οι μικροί σφόνδυλοι των ημικιόνων είναι συμφυείς μέ τά όρθογωνισμένα πουριά μέ τά όποια έχει κτιστεί ό τοίχος (Είκ. 1 καί 4 α), τά ψευδοφουρούσια είναι συμφυή μέ τόν κάτω κοσμήτη τους καί τά τεταρτοκυκλικής διατομής τόξα έγιναν επίσης μέ τήν κατεργασία του αυτοφυούς υλικού τής δομής. Προσκυνητάρια τού τύπου αύτοϋ, διαφορετικά άπό τά βυζαντινά, είναι γιά τήν ώρα γνωστά μόνο στή Βλαχέρνα τής 'Ηλείας. Ή ερμηνεία τής διατάξεως τους στον χώρο τού ναού, τουλάχιστον αυτών τής ανατολικής πλευράς, φαίνεται νά είναι λειτουργική, δεδομένου ότι εντάσσονται στό τέμπλο καί συνάμα τό διευρύνουν. Μοναδική όμοιότητα ώς προς τη γενική διάταξη, άλλα μάλλον διαφορετική λειτουργία φαίνεται νά έχουν τά περίτεχνα μαρμάρινα προσκυνητάρια του ναοϋ της 'Αγίας Σοφίας στη Μονεμβασία.
Μικτό φραγκοβυζαντινό ΰφος έχουν καί οι πλάγιες θύρες της εκκλησίας. Γοτθικής τεχνοτροπίας είναι ή δέσμη τών δύο ήμικιονίσκων, ή στένωση του ανοίγματος προς τά μέσα, τά μικρά κιονόκρανα, οί συμφυείς μέ τους σφονδύλους πωρόλιθοι τών παραστάδων. Στην τοπική βυζαντινή παράδοση ανήκουν τά υπερυψωμένα πλίνθινα τόξα μέ τήν περιθέουσα οδοντωτή
ταινία καί τό σέ δεύτερη χρήση ευθύγραμμο υπέρθυρο. Ή βόρεια θύρα της Καθολικής τής Γαστούνης είναι τό πλησιέστερο τεχνοτροπικά παράδειγμα προς τίς πλάγιες πόρτες του ναοϋ τής Παναγίας.
Τέλος, τό δίλοβο παράθυρο του Βήματος, καθ' ολα βυζαντινό ώς προς τήν τεχνοτροπία, έχει πολύ στενούς τους δύο λοβούς, κάτι πού θυμίζει ζωηρά τό παράθυρο στην ϊδια θέση τού 'Αγίου Γεωργίου τής Άνδρούσας.
7
'Από οσα προηγήθηκαν είναι φανερό οτι τό μνημείο πού εξετάζουμε, ώς προς τήν αρχιτεκτονική του έμμεσα σχετίζεται μέ εκκλησίες τού 12ου αιώνα τής λεγόμενης 'Ελλαδικής Σχολής, όπως τίς γειτονικές του στή Μανωλάδα καί τή Γαστούνη ή μέ τήν Κοίμηση τού Μέρμπακα. Σχετίζεται όμως άμεσα καί εντυπωσιακά μέ τους δύο επίσης γειτονικούς του ναούς, τή Βλαχέρνα τής 'Ηλείας καί τόν "Αγιο Γεώργιο τής Άνδρούσας. Βρισκόμαστε μπροστά σέ τρία συγγενικά μνημεία, πού πιθανότατα κτίστηκαν άπό τό ίδιο συνεργείο ή άπό τόν ίδιο άρχιμάστορα. Καί τά τρία έχουν τήν εξωτερική εμφάνιση πολύ επιμελημένων κτιρίων μέ τά γενικά χαρακτηριστικά τού τέλους τού 12ου αιώνα, στά όποια εντάχθηκαν μεμονωμένα στοιχεία γοτθικής τεχνοτροπίας, πού διατηρούν τή μορφική τους συνέπεια, χωρίς αλλοιώσεις.
Δυστυχώς, ούτε ενα άπό τά μνημεία αυτά δέν είναι ακριβώς χρονολογημένο καί κατά συνέπεια ή αβεβαιότητα γύρω άπό τήν παλαιότητα τους επεκτείνεται καί στη Θεοτόκο του Άνηλίου. Ή καθιερωμένη άποψη του Ά. 'Ορλάνδου ότι τη Βλαχέρνα βρήκε υπό κατασκευή ή φραγκική κατάκτηση του 1205, έχει χάσει τά ερείσματα της, δεδομένου ότι οι υποτιθέμενοι δυτικής εμπνεύσεως τεταρτοκυλινδρικοί θόλοι των πλάγιων κλιτών της αποδεικνύεται οτι κατασκευάστηκαν πολύ αργότερα. Καί ναί μέν έγινε στον έξωνάρθηκα καί στον όροφο μιά προσθήκη με εμφανέστατα γοτθικής τεχνοτροπίας στοιχεία ακόμα αργότερα, πλην όμως ανάλογες μορφές υπήρχαν καί στην πρώτη φάση του μνημείου. Τό ουσιώδες είναι οτι ή φάση αυτή τής Βλαχέρνας αποσυνδέεται άπό τό 1205.
Οι θεωρίες γιά τήν εφαρμογή δυτικής τεχνικής καί τεχνοτροπίας μορφών σέ εκκλησίες τής Πελοποννήσου πρίν άπό τήν 4η σταυροφορία είναι πολύ γνωστές καί οπωσδήποτε θά αποθάρρυναν μιά κατηγορηματική χρονολόγηση τών μνημείων πού μας απασχολούν στον 13ο αιώνα. Καί όμως, ή όψιμότητά τους φαίνεται περισσότερο πιθανή. Δέν πρέπει νά παραβλεφθεί οτι οι εκκλησίες τού Μέρμπακα καί τής Βλαχέρνας είχαν πάντοτε θεωρηθεί ως οι οψιμότερες του 12ου αιώνα, καθώς καί οτι ή πρίν άπό τό 1205 τοποθέτηση τής Βλαχέρνας στηρίζεται αποκλειστικά σέ διακοσμήσεις έγκόπτων τούβλων (cut bricks), πού απουσιάζουν τόσο άπό τή Θεοτόκο τού Άνηλίου όσο καί άπό τόν Άγιο Γεώργιο τής Άνδρούσας. Ή απουσία αξιόλογων διακοσμητικών γλυπτών άπό μάρμαρο, σύγχρονων προς τά τρία μνημεία, σέ πλήρη αντίθεση μέ τήν άριστη λιθοξοϊκή τους σέ πωρόλιθο, ή έκλειψη δηλαδή τής γνωστής γλυπτικής τού 12ου αιώνα άπό τά μνημεία αυτά, αποτελεί επίσης μιά σοβαρή ένδειξη όψιμότητας. Τό μικρό σχετικά μέγεθος των εκκλησιών, τόσο τού Άνηλίου όσο καί της Άνορούσας, δέν έρχεται σε αντίθεση με τίς πιθανές οικονομικές δυσκολίες τοϋ ελληνικού στοιχείου μετά τό 1205, γιά τίς όποιες έγινε λόγος στην αρχή αυτής τής μελέτης. Τό πλήθος πάντως των χαρακτηριστικών γιά τόν 12ο αιώνα μορφών καί κατασκευών πού απαντούν στά μνημεία πού εξετάζουμε, μαρτυρεί τή σχετική πρωιμότητά τους μέσα στην περίοδο τής φραγκοκρατίας.
Μαρτυρεί επίσης τήν επιμονή τών παραδοσιακών τρόπων στην περιοχή, μετά τήν κατάκτηση της. Δυστυχώς, κάποια ιδιαίτερα στοιχεία πού θά διαφοροποιούσαν κατηγορηματικά τά μνημεία τής 12ης άπό εκείνα τής 13ης εκατονταετίας δέν έχουν προσδιοριστεί ακόμα. Κατά τόν Antoine Bon «... Στό διάστημα τού 12ου αιώνα πολλαπλασιάζονται οι επαφές μεταξύ τής βυζαντινής Ανατολής καί τής Δύσεως, τής οποίας ό πολιτισμός πραγματοποιεί άπό τήν πλευρά του προόδους αποφασιστικής σημασίας. Τά αποτελέσματα τών επαφών αυτών καί ή ακριβής χρονική στιγμή πού θά μπορούσαν νά εκδηλωθούν στην ελληνική τέχνη -πρό ή μετά τήν 4η σταυροφορία- είναι πολύ δύσκολο νά προσδιοριστούν. Πιστεύουμε ότι ή αβεβαιότητα πού περιβάλλει τά ζητήματα αυτά θά μπορέσει νά περιοριστεί εφόσον ή έρευνα πού θά τείνει προς τό αντικείμενο, θά βασιστεί στην ακριβή ανάλυση τής κάθε περιπτώσεως...».
Ή ανάλυση πού πραγματοποιήθηκε στή μελέτη τού προκείμενου μνημείου, όπως έγινε δυστυχώς φανερό, δέν μπορεί νά περιορίσει άμεσα αύτη τήν αβεβαιότητα. Τό μόνο ασφαλές γιά τήν ώρα είναι ότι τό φραγκοβυζαντινό αρχιτεκτονικό ιδίωμα στην Πελοπόννησο πλουτίζεται μέ ένα ακόμα μνημείο.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ
"Η φραγκοβυζαντινή εκκλησία της Θεοτόκου στο Ανήλιο (τ. Γκλάτσα) της Ηλείας"